Για πρώτη φορά αρχίζει και εδραιώνεται στην ορολογία των ξενύχτηδων ο όρος σκυλάδικα για τα νυχτερινά κέντρα που είχαν ζωντανή μουσική, τη δεκαετία του '50.
Αφορούσε τα νυχτερινά μαγαζιά που έπαιζαν κυρίως λαϊκή μουσική, με τους τραγουδιστές και τις τραγουδίστριες να αποκομίζουν το προσωνύμιο "σκυλάδες" και "σκυλούδες".
Οι ιστορικοί της εποχής εικάζουν πως ο όρος έχει προέλευση από τη Τρούμπα και τα χαμαιτυπεία στα Βούρλα όπου οι πελάτες ήταν περιθωριακοί άνδρες που κυκλοφορούσαν πολλά άτομα μαζί σαν αγέλη. Για αυτό και τους ονόμασαν "σκύλους". Από την πελατεία ο όρος πέρασε στα μαγαζιά και τους τραγουδιστές - διασκεδαστές.

Η δεύτερη εκδοχή είναι ότι όταν έγινε διατίμηση στο αλκοόλ, τα μαγαζιά αναγκάστηκαν να βάλουν στο μενού και φαγητό. Ήταν τόσο κακής ποιότητας που δεν το έτρωγε κανείς και το πετούσαν στα σκουπίδια, όπου και μαζεύονταν τα σκυλιά της γειτονιάς.

Η τρίτη εκδοχή είναι ότι επειδή τα μαγαζιά μπορούσαν να προσφέρουν καλό μεροκάματο μόνο σε ένα όνομα, οι υπόλοιποι τραγουδιστές και τραγουδίστριες δεν είχαν την κατάλληλη φωνή για να γίνουν τραγουδιστές. Περισσότερο "γάβγιζαν" παρά τραγουδούσαν όπως λένε οι θαμώνες εκείνων των μαγαζιών.


